κατάδοση


κατάδοση
η (AM κατάδοσις) [καταδίδω]
νεοελλ.
1. μυστική καταγγελία ή αποκάλυψη
2. προδοσία
μσν.
συκοφαντία
αρχ.
1. καταβολή πληρωμής
2. πληρωμή με δόσεις.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κατάδοση — η προδοσία, καταγγελία, μυστική αποκάλυψη εγκλήματος ή εγκληματία: Μόνο με κατάδοση μπορούσε να αποκαλυφτεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξαγγελία — η (AM ἐξαγγελία) νεοελλ. αναγγελία, γνωστοποίηση, είδηση, δήλωση μσν. 1. διατύπωση («ἀνεῑπον... λαμβάνεται καὶ ἐπὶ ἐξαγγελίας χρησμῶν», θωμ. Μάγιστρ.) 2. εξομολόγηση αρχ. 1. (για κατασκόπους) μετάδοση μυστικών αγγελιών στον εχθρό, κατάδοση («τοὺς …   Dictionary of Greek

  • επικήρυξη — Η προκήρυξη χρηματικής αμοιβής με πράξη της πολιτείας, για τη σύλληψη, την ανακάλυψη ή και τον φόνο προσώπων επικίνδυνων για τη δημόσια ασφάλεια. Η ε. εκδίδεται στην Ελλάδα με προεδρικό διάταγμα, που προκαλείται από τον υπουργό των Εσωτερικών… …   Dictionary of Greek

  • επικηρύσσω — (AM ἐπικηρύσσω, αττ. τ. ἐπικηρύττω) [κηρύσσω] προκηρύσσω αμοιβή για τον φόνο, τη σύλληψη ή την κατάδοση επικίνδυνου ατόμου («ἐπεκήρυξαν δέ καὶ χρημάτων πλῆθος τοῑς ἀνελοῡσι τὸν τύραννον», Διόδ. Σικ.) αρχ. 1. κοινοποιώ, γνωστοποιώ με προκήρυξη 2.… …   Dictionary of Greek

  • κάρφωμα — το (Μ κάρφωμα) [καρφώνω] το να καρφώνει, να στερεώνει κάποιος με καρφιά κάτι νεοελλ. 1. ακινητοποίηση, καθήλωμα 2. κατάδοση, προδοσία 3. (στο βόλεϋ) ισχυρό χτύπημα τής μπάλας ώστε αυτή να πέσει όσο το δυνατό πιο κατακόρυφα και απότομα στον χώρο… …   Dictionary of Greek

  • καρφωτός — ή, ό (Μ καρφωτός, ή, όν) [καρφώνω] ο συνδεδεμένος με καρφιά, ο καρφωμένος νεοελλ. 1. μπηγμένος απότομα και βίαια, όπως το καρφί 2. στερεά συνδεδεμένος σαν να ήταν με καρφιά 3. αυτός που γίνεται για «κάρφωμα», για κατάδοση («καρφωτή πληροφορία»).… …   Dictionary of Greek

  • μαντάτευμα — και μαντάτεμα, το [μαντατεύω] 1. ανακοίνωση, γνωστοποίηση, ειδοποίηση 2. καταγγελία, κατηγορία, κατάδοση …   Dictionary of Greek

  • μαρτυριά — η (Μ μαρτυρία) η μαρτυρία νεοελλ. 1. το μαρτυριάτικο 2. η κατάδοση επιλήψιμης πράξης που έκανε κάποιος νεοελλ. μσν. φρ. «είμαι στη μαρτυρία» αποκαλύπτω κάποιον μσν. οι πλάκες τού Μωυσή με τις δέκα εντολές. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαρτυρία, με καταβιβασμό… …   Dictionary of Greek

  • μαρτύρημα — και μαρτύρεμα, το (Α μαρτύρημα) [μαρτυρώ] νεοελλ. 1. η ανακοίνωση ή η κατάδοση επιλήψιμης πράξης που έκανε κάποιος («τα μαρτυρέματα δεν αρέσουν στον δάσκαλό μας») 2. βάσανο, ταλαιπωρία, μαρτυρεμός («τράβηξα μεγάλο μαρτύρεμα μ αυτόν τον άνθρωπο»)… …   Dictionary of Greek

  • σπιουνιά — η, Ν [σπιούνος] 1. η ενέργεια τού σπιούνου, η παρακολούθηση τών ενεργειών κάποιου και η κατάδοσή τους («έβαλε σπιουνιές στο αφεντικό») 2. η ιδιότητα τού σπιούνου, το χαρακτηριστικό τού ιδιοτελούς ραδιούργου («είχε το μεγάλο ελάττωμα τής… …   Dictionary of Greek